Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017


Το σώμα πρέπει να είναι δικό μας.Ούτε του κράτους. Ούτε της αγοράς.

Ολόκληρος ο πρόλογος στην ελληνική έκδοση, του βιβλίου της Σύλβια Φεντερίτσι
"Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα".

Τα ιστορικά γεγονότα της εποχής μας -η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, η συνεχιζόμενη επίθεση στα μέσα επιβίωσης των ανθρώπων, επίθεση που εξαπλώνεται στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, οι επαναστατικές διεργασίες στην Τυνησία και την Αίγυπτο- όλα αυτά μας επιβάλλουν να θέσουμε νέα ερωτήματα σχετικά με το βιβλίο αυτό, που θέλει να έχει και χρησιμότητα πολιτική, αλλά από την άλλη μας πάει αιώνες πίσω, ως; τις απαρχές του καπιταλισμού. Τι θα είχε να μας πει σήμερα ένα κείμενο για τις γυναίκες τον 16ο και τον 17ο αιώνα, ειδικά σε ένα αναγνωστικό κοινό ελληνόφωνο, του οποίου η ζωτικότητα απειλείται όλο και εντονότερα, ειδικά την ώρα που φλέγεται ολόκληρη η μεσόγειος;

Η πρώτη μου απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα δεν διαβάζεται μόνο ως βιβλίο ιστορικό. Όπως το De l'esclavage au salariat: economie historique du salariat bride (Από τη δουλεία στην μισθωτή εργασία: ιστορική της καταναγκαστικής μισθωτής εργασίας, 1998) του Γιαν Μουλιέ Μπουτάν, και άλλα πρόσφατα βιβλία που επιχειρούν να ανασυνθέσουν τις απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, έτσι και ο Κάλιμπαν θέτει ξανά το ζήτημα της γένεσης του καπιταλισμού με στόχο να απευθύνει πολιτικά επιχειρήματα και ιδέες στα ριζοσπαστικά κινήματα του καιρού μας.

Η αντίληψη που διέπει το κείμενο, εμπνευσμένη από τα διδάγματα του φεμινιστικού κινήματος, είναι ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την καπιταλιστική κοινωνία αν δεν εξετάσουμε, όχι μόνο τον μισθωτό εργάτη και την μισθωτή εργασία, αλλά και τις "γυναίκες" σε σχέση με την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και του εργατικού δυναμικού. Αυτή η αναπαραγωγή είναι η πιο σημαντική δραστηριότητα για την καπιταλιστική συσσώρευση και η απόδοσή της εξαρτάται κυρίως από την απλήρωτη εργασία των "γυναικών".

Βάζω την λέξη γυναίκες σε εισαγωγικά για να τονίσω πόσο προβληματικός είναι ο όρος όταν χρησιμοποιείται με οικουμενικό και αντιπροσωπευτικό τρόπο, ως να ήταν δηλαδή οι λέξεις καθρέφτες των πραγμάτων που περιγράφουν μία ομοιογενή πραγματικότητα. Δεν είναι αυτή η προσέγγισή μου στον Κάλιμπαν. Στόχος μου είναι να καταδείξω μέσα από ποιους μηχανισμούς ανασυνθέτει ο καπιταλισμός την κοινωνική λειτουργία και την εικόνα των γυναικών σε σχέση με τα νέα αναπαραγωγικά τους καθήκοντα, ειδικά μάλιστα τα καθήκοντα των γυναικών των "κατώτερων τάξεων", στον νέο έμφυλο καταμερισμό της εργασίας.

Σε ολόκληρο το βιβλίο, λοιπόν, ο όρος "γυναίκες αναφέρεται σε μία πραγματικότητα μεταβλητή, ένα πεδίο ανταγωνιστικών σχέσεων και μια πληθώρα εμπειριών και κοινωνικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, το να στοχαζόμαστε αυτές τις διαφορές μας έχει επιτρέψει να αμφισβητήσουμε ορισμένες παγιωμένες ερμηνείες της εξέλιξης του καπιταλισμού, ξεκινώντας από εκείνη του Καρλ Μαρξ.

Έτσι λοιπόν το βιβλίο εγκύπτει ξανά στη διαδικασία της "πρωταρχικής συσσώρευσης" για να θέσει όμως στο επίκεντρό της, όχι μόνο την εκδίωξη της αγροτιάς από τη γη, όχι μόνο τις περιφράξεις των κοινών γαιών, αλλά και δύο ακόμη σημεία: τόσο τις περιφράξεις των σωμάτων των γυναικών μέσω της ποινικοποίησης του ελέγχου των γυναικών επί της σεξουαλικότητάς τους και επί της αναπαραγωγικής εργασίας και της κοινωνικής θέσης των γυναικών, βασικών προϋποθέσεων της συσσώρευσης και της υποτίμησης της εργασιακής δύναμης.

Επιπλέον ο Κάλιμπαν επαναπροσδιορίζει την καπιταλιστική λειτουργία της μισθωτής σχέσης. Δείχνει πώς η σχέση αυτή υπήρξε βασικό όχημα για την επιβολή ενός άνισου έμφυλου καταμερισμού της εργασίας και την εγκαθίδρυση διαχωρισμών μεταξύ διαφόρων κομματιών του εργατικού δυναμικού. Δείχνει πώς το σύστημα της μισθωτής σχέσης έχει αποκρύψει ευρείες περιοχές της ανθρώπινης εκμετάλλευσης, πώς έχει κάνει αόρατη την εργασία των γυναικών στη διαδικασία παραγωγής της εργασιακής δύναμης παρουσιάζοντάς την ως κάτι φυσικό, απόϊστορικοποιώντας την ως "γυναικεία εργασία", πώς έχει επιβάλει την καθυπόταξη των γυναικών στους άνδρες, εξουσιοδοτώντας τους άνδρες να ελέγχουν την εργασία των γυναικών και ως εκ τούτου νομιμοποιώντας την ανδρική βία σε περίπτωση άρνησης της εργασίας από την πλευρά των γυναικών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο παρών τόμος επιχειρεί να ανασυνθέσει τις κοινωνικές συνθήκες του κυνηγιού των μαγισσών στην Ευρώπη του 16ου και του 17ου αιώνα, καθώς και τον ρόλο του κυνηγιού των μαγισσών στις αποικίες του Νέου Κόσμου, με το επιχείρημα ότι το κυνήγι αυτό υπήρξε ένας από τους πυλώνες της πρωταρχικής συσσώρευσης, αφού στο όνομα του αγώνα εναντίον του διαβόλου κατέστρεψε έναν ολόκληρο κόσμο υποκειμένων, πρακτικών και γνώσεων που δεν συμβάδιζαν με την πρόοδο των καπιταλιστικών σχέσεων.

Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα αφηγείται μία μόνο από τις ιστορίες αυτού του κόσμου. Από την αναφορά του στην πρωταρχική συσσώρευση λείπει η ιστορία των παιδιών κατά τη μετάβαση στον καπιταλισμό, καθώς και η επίδραση της εντεινόμενης καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της φύσης στις γυναίκες και στην αναπαραγωγική εργασία. Ωστόσο, το βιβλίο ανασυνθέτει μία ιστορία με μεγάλη πολιτική σημασία. Δεν αποκαλύπτει μόνο το μύθο της καπιταλιστικής προόδου, αλλά δίνει βαρύτητα και στα επιχειρήματα ότι ο καπιταλισμός είναι μη βιώσιμος, αφού η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η δημιουργία ιεραρχικών, καταναγκαστικών και βίαιων εργασιακών σχέσεων είναι συνυφασμένη με τη λογική της καπιταλιστικής κοινωνίας και κατ' επέκταση με κάθε πρότυπο κοινωνικής ζωής που δεν αμφισβητεί τις παραμέτρους της καπιταλιστικής παραγωγής.

Έξι χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου, το ερμηνευτικό σχήμα που χρησιμοποιεί φαίνεται να δικαιώνεται πλήρως. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχει προκαλέσει ξανά νέες διαδικασίες περιφράξεων των κοινών αγαθών, επεκτείνοντας την κυριαρχία της αγοράς σε κάθε περιοχή του πλανήτη. Βλέπουμε ότι και πάλι το υψηλότερο τίμημα το πληρώνουν οι γυναίκες.

Όπως και στην αυγή του καπιταλισμού, έτσι και σήμερα, μια τεράστια παγκόσμια επίθεση στην κοινωνική αναπαραγωγή προωθεί την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων, προκαλώντας μαζική φτώχεια, την κατάρρευση των συστημάτων κοινωνικής αναπαραγωγής σε ολόκληρες χώρες σε διάφορα μέρη του πλανήτη, καθώς και τη μετανάστευση εκατομμυρίων γυναικών -φαινόμενο πρωτόγνωρο- από τα σπίτια και τις χώρες τους σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ύπαρξης και αγώνα. Είδαμε την κορύφωση της βίας εναντίον των γυναικών, καθώς και την επιστροφή του κυνηγιού των μαγισσών, που σε πολλές χώρες της Αφρικής, καθώς και στην Ινδία και το Νεπάλ, έχει δολοφονήσει χιλιάδες ηλικιωμένες γυναίκες, ή τις εκδιώκει από τα χωρά τους και τις αναγκάζει να ζήσουν σε μια μόνιμη εξορία.

Τους παράγοντες που επηρέασαν αυτή την εξέλιξη τους συζητώ σε άλλα μου κείμενα. Εδώ θα σημειώσω μόνο ότι, όπως και κατά τον 16ου αιώνα, στη ρίζα του νέου κυνηγιού μαγισσών βρίσκεται η αποσύνθεση των κοινοτικών σχέσεων και η υποτίμηση της ζωής των γυναικών και της μη χρηματικής αναπαραγωγικής δραστηριότητας, συνέπειες και οι δύο της αυξανόμενης ηγεμονίας της παγκόσμιας αγοράς. Εν τω μεταξύ, η προσπάθεια ελέγχου του γυναικείου σώματος συνεχίζεται σε περισσότερα μέτωπα, με τα υψηλά "ποσοστά γονιμότητας" να καθίστανται δήθεν υπεύθυνα για τη φτώχεια στον κόσμο, καθώς και με την εντεινόμενη προσπάθεια να δημιουργηθούν τεχνολογίες αναπαραγωγής της ζωής, απαλλάσσοντας έτσι το κεφάλαιο από την εξάρτησή του από το σώμα της γυναίκας.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν γραφτεί πολλά γι' αυτά τα φαινόμενα. Είναι ωστόσο γεγονός ότι οι συνέπειές τους δεν έχουν ληφθεί υπ' όψιν στη ριζοσπαστική πολιτική δράση. Αντίθετα, μάλιστα, υπάρχει μία πτώση του ενδιαφέροντος για τα φεμινιστικά θέματα, πτώση που εν μέρει οφείλεται στη θεσμική αφομοίωση του φεμινιστικού κινήματος, καθώς και στην αυταπάτη -αυταπάτη που δημιουργεί η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στη μισθωτή εργασιακή σχέση - ότι η "πατριαρχία πέθανε" και ότι πλησιάζουμε σε μια νέα εποχή ισότητας των κοινωνικών φύλων.

Η απουσία αυτή είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη, δεδομένης και της αύξησης του ενδιαφέροντος στον ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο για το ζήτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης. Όσο κλιμακώνονται οι επιθέσεις στα μέσα επιβίωσης των ανθρώπων, υπάρχει μια εντεινόμενη αίσθηση ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι φαινόμενο μόνιμο και διαρκές (για κάποιους μάλιστα είναι ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής) και ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ της πρωταρχικής συσσώρευσης και της απλής συσσώρευσης.

Δεν μας εκπλήσσει, λοιπόν, το ότι αναπτύχθηκε αξιόλογα η γραμματεία για το θέμα αυτό και γέννησε νέες συζητήσεις σχετικά με την μαρξιστική περιγραφή της διαδικασίας της πρωταρχικής συσσώρευσης, καθώς και της οικονομικής και πολιτικής της λειτουργίας. Υπάρχει μια ευρέως αποδεκτή συμφωνία, που εκφράζει και τις βασικές θέσεις στον Κάλιμπαν, ότι μακράν του να είναι φαινόμενο ιστορικά περιορισμένο στην αυγή του καπιταλισμού, η πρωταρχική συσσώρευση είναι συστατικό, σχεδόν καταστατικό, στοιχείο της καπιταλιστικής διακυβέρνησης, ότι είναι μια στρατηγική που χρησιμοποιείτε, ειδικά σε εποχές κρίσης, για τον επαναπροσδιορισμό των ταξικών σχέσεων, την αναδιαμόρφωση των υποκειμενικοτήτων και την μετατροπή του εργατικού δυναμικού σε απλή εργασιακή δύναμη.

Η αναθεώρηση αυτή δεν υπερβαίνει ωστόσο τα όρια της έννοιας στον ίδιο τον Μαρξ. Με ορισμένες εξαιρέσεις, οι σημερινές περιγραφές της πρωταρχικής συσσώρευσης εξακολουθούν να την εξετάζουν από τη σκοπιά ενός υποκειμένου αφηρημένου, δίχως έμφυλο και φυλετικό προσδιορισμό, καθώς επίσης να τη συλλαμβάνουν, όπως και ο Μαρξ, με τους όρους του "διαχωρισμού των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής". 

Ωστόσο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, η προσέγγιση αυτή είναι ελλιπής. Αναμφίβολα, η δημιουργία ενός πληθυσμού ατόμων χωρίς ιδιοκτησία, που δεν έχουν τίποτα στο όνομά τους πέρα από την εργασία τους, παραμένει θεμελιώδης προϋπόθεση της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Δεν μπορούμε όμως επ' ουδενί να αρνηθούμε ότι η προαιώνια ικανότητα του κεφαλαίου να αναπαράγει τον εαυτό του, επεκτείνοντας διαρκώς την ακτίνα δράσης του, προέρχεται πρώτιστα από την απαξίωση ολόκληρων πεδίων της ανθρώπινης δραστηριότητας και των εργαζόμενων που απασχολούνται σε αυτές, οι οποίοι παρουσιάζονται ως οπισθοδρομικοί, απολίτιστοι, ζωώδεις, ανάξιοι κάθε ανθρώπινης αλληλεγγύης και ως εκ τούτου υπάγονται στις πιο βάναυσες μορφές εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, η ανάλυση του Μαρξ δεν καταφέρνει (παρά μόνο σποραδικά) να αναγνωρίσει ότι η δημιουργία της εργασιακής ιεραρχίας και η υπαγωγή των ανθρώπων σε διακριτές κατηγορίες είναι θεμελιώδεις για την εγκαθίδρυση και τη διαιώνιση του καπιταλισμού, όσο είναι και η καταστροφή των μέσων παραγωγής και επιβίωσης - και μάλιστα είναι και αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματική ρύθμιση των ταξικών σχέσεων.

Μία από τις ανθεκτικές συνεισφορές του Κάλιμπαν, που μπορεί μάλιστα να έχει βαθιά επίδραση στην πολιτική αντίληψη και δράση στη δική μας εποχή, είναι κατά τη γνώμη μου το ότι κομίζει περαιτέρω αποδείξεις για τη δομική αναγκαιότητα του καπιταλισμού να παράγει συνεχώς μια ανθρωπότητα κοινωνικά απαξιωμένη, που τελικά αποτελεί το υπόστρωμα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γιατί, όπως αναφέρει το βιβλίο, η δημιουργία ενός πληθυσμού χωρίς δικαιώματα και η δημιουργία διακρίσεων εντός του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού είναι συνθήκες-κλειδιά για τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Πάνω απ' όλα, αν αληθεύει ότι πρόκειται για άμεσες επιπτώσεις της μισθωτής σχέσης, τότε δεν μπορούμε να προσεγγίζουμε τους σημερινούς αγώνες μόνο υπό το πρίσμα της "δημιουργίας θέσεων εργασίας" και της υπεράσπισης του μισθού, ούτε να κοροϊδευόμαστε ότι η "κρίση" και η λιτότητα που αυτή επιβάλλει είναι φαινόμενα παροδικά, ούτε ότι μπορούμε να την βγάλουμε καθαρή μέσα στη θύελλα εξοστρακίζοντας εκείνους που εργάζονται στις φυτείες του καπιταλισμού (γυναίκες, μετανάστες, ηλικιωμένους). Επιπλέον, ο Κάλιμπαν τοποθετεί το ζήτημα της αναπαραγωγής στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης, υπονοώντας ότι η αντικαπιταλιστική δράση μπορεί και να εξυπηρετεί τον εξορθολογισμό των αντιφάσεων του κεφαλαίου, εκτός κι αν αντιστρέψουμε την κυρίαρχη δομή των αξιών και ξαναδώσουμε αξία στην ικανότητά μας για αλληλοβοήθεια και συνεργασία και για δραστηριότητες που φροντίζουν για την αναπαραγωγή της ζωής μας και της ζωής όσων απασχολούνται στις αναπαραγωγικές δραστηριότητες.

Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, η ιστορία είναι η υπηρέτρια της πολιτικής. Από την ιστορία μπορούμε να αντλήσουμε την επιβεβαίωση ότι όπου ένας καταπιεσμένος πληθυσμός διατήρησε τις κοινοτικές του δομές και τον έλεγχο της κοινωνικής του αναπαραγωγής, κατάφερε να διατηρήσει και την αυτονομία του από τους εκμεταλλευτές του. Η ιστορία της νεότερης Ελλάδας είναι άκρως ενδεικτική - κι εδώ τίθεται το ερώτημα γιατί στη νεότερη Ελλάδα, αντίθετα από ό,τι στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης, δεν υπήρχε κυνήγι μαγισσών.

Γιατί γλύτωσε η Ελλάδα από αυτή τη φρίκη; Σίγουρα υπάρχουν πολλοί λόγοι, πολιτισμικοί και οικονομικοί, που οφείλουμε να λάβουμε υπ' όψιν για να απαντήσουμε στο ερώτημα. Μία εξήγηση που ισχύει αναντίρρητα θα μας οδηγούσε στην πολιτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας που κυριαρχούσε στην Ελλάδα ακριβώς την εποχή που, σε Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, νότια Γαλλία, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται οι δίκες γυναικών που κατηγορούνται ως μάγισσες.

Όσο εκμεταλλευτικό κι αν ήταν, το πολιτικό και οικονομικό σύστημα που επέβαλε η οθωμανική αυτοκρατορία στον ελληνικό πληθυσμό δεν οδήγησε στο κυνήγι μαγισσών. "Δεν υπάρχει άλλωστε κυριολεκτικά καμία θεσμική ή νομική ρύθμιση, ούτε γραπτά τεκμήρια σχετικά με δίκες μαγισσών στα Βαλκάνια" (Golden 2006: 1-4).

Σε αυτό το πλαίσιο, ξεχωρίζουν δύο στοιχεία διακυβέρνησης. Το πρώτο στοιχείο είναι η πολυσυζητημένη τάση για θρησκευτική ανεκτικότητα, τουλάχιστον κατά τους πρώτους τρεις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, σε αντίθεση με τη σθεναρή εναντίωση που συναντούσε κάθε απόκλιση από τον κανόνα στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης κυρίως μετά τη Μεταρρύθμιση.
Στο Empire of Difference (Αυτοκρατορία της διαφοράς, 2008), η Κάρεν Μπάρκεϊ, λέει ότι η ανεκτικότητα ήταν μια στρατηγική για την διατήρηση της τάξης σε έναν πληθυσμό πολυπολιτισμικό.

Αν όμως θεωρήσουμε ότι οι θρησκευτικοί κανόνες είναι κώδικες οργάνωσης της καθημερινής ζωής, τότε βλέπουμε ότι ο λόγος που η Τουρκοκρατία δεν επέβαλε θρησκευτική ομοιογένεια είναι ότι το οικονομικοκοινωνικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε στα εδάφη που κατέκτησε δεν απαιτούσε την ανάπτυξη νέας εργασιακής πειθαρχίας, επομένως ούτε και τη διαμόρφωση και τον έλεγχο της εργασιακής δύναμης. Γι' αυτό και οι τοπικές κοινότητες είχαν αξιόλογη αυτονομία στα θρησκευτικά ζητήματα. Ενώ η θρησκευτική πίστη ήταν σαφώς παράγοντας διακρίσεων, δεν έχουμε μαρτυρίες θρησκευτικών διώξεων στα  εδάφη της Ελλάδας, όπως αυτές που πληθαίνουν στην Ευρώπη και κορυφώνονται με τους θρησκευτικούς πολέμους του 17ου αιώνα, διώξεις που ερήμωσαν ολόκληρες περιοχές. 

Το δεύτερο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό στοιχείο, είναι ότι οι επιπτώσεις της οθωμανικής κατάκτησης της Ελλάδας ήταν λιγότερο μοιραίες για τους Έλληνες απ' ό,τι ήταν η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων για τους πληθυσμούς της Ευρώπης, οι οποίοι μέσα σε δύο αιώνες ξεριζώθηκαν από τη γη και τις ασχολίες τους και καταδικάστηκαν στην φτώχεια.

Η οικονομική εκμετάλλευση του κατακτημένου κόσμου της οθωμανικής αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε κυρίως μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα φορολόγησης, καθώς και διαμέσου της αναγκαστικής ένταξης των νέων στα στρατεύματα της αυτοκρατορίας. Οι φόροι ήταν επαχθείς, όπως στην περίπτωση του κεφαλικού φόρου που έπρεπε να πληρώνουν όλοι οι άρρενες - το λεγόμενο χαράτσι έγινε στα μάτια των Ελλήνων το σύμβολο της υποδούλωσής τους. Υπό την οθωμανική κυριαρχία, ωστόσο, η Ελλάδα δεν βίωσε τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Η ελληνική αγροτιά δεν εκδιώχθηκε ποτέ από τα χωράφια και τα χωριά της, ποτέ δεν είδε τις καλύβες της να καίγονται, ούτε και εγκλείστηκαν σε "αναμορφωτήρια", όπως έγινε με τους εξαθλιωμένους προλετάριους στην Αγγλία, την Ολλανδία, ή τη Γαλλία. Η βαρβαρότητα της επιβεβλημένης ανέχειας, η διάλυση των κοινωνικών δεσμών στη δυτική Ευρώπη του 16ου και του 17ου αιώνα, που έδινε έδαφος στο κυνήγι των μαγισσών, δεν συναντώνται στην Ελλάδα. Όπως γράφει ο Στάθης Γουργουρής στο βιβλίο του Έθνος - Όνειρο: Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας 1996, όπου κάνει αναφορές σε κάποιους από τους επιφανέστερους ιστορικούς, η αγροτιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας ποτέ δεν υπέστη λεηλασία των μέσων παραγωγής ή αναπαραγωγής της.
Αυτό επιβεβαιώνει το επιχείρημα του Κρίστοφερ Γούντχάους στο βιβλίο του Modern Greece: A Short History (Η Ιστορία ενός λαού. Οι Έλληνες από το 324 μέχρι σήμερα, 1999), ότι παρ' ότι το κράτος ήταν ο ονομαστικός κάτοχος της γης, η αγροτιά εξακολουθούσε να κατέχει τη γη και η κατοχή του μικρού κτήματος παρέμενε κληρονομικό και απαράγραπτο δικαίωμα.

Ως εκ τούτου, οι αγροτικές κοινότητες στην Ελλάδα διατηρούσαν τη σχετικής τους αυτονομία στη διαχείριση των καθημερινών τους υποθέσεων. Συνέχιζαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους σε οικογενειακή ή κοινοτική βάση, όπως έκαναν για αιώνες. Μέσω των αντιπροσώπων τους, οργάνωναν συλλογικά τη συλλογή φόρων ως να ήταν μία φορολογική μονάδα, ένα "φορολογικό υποκείμενο", όπως γράφει ο Γουργουρής δανειζόμενος τη φράση του ιστορικού Νικόλαου Πανταζόπουλου (1975), κι έτσι με τον καιρό ανέπτυξαν μία "συλλογική νομική συνείδηση" που τους επέτρεψε να προτάσσουν το εθιμικό τους δίκαιο έναντι του δικαίου του οθωμανικού κράτους, συχνά μάλιστα αναγκάζοντας τους τοπικούς άρχοντες να υποχωρούν στις κοινοτικές διεκδικήσεις.

Επίσης, η στρατολόγηση των παιδιών και η ένταξή τους στους γενίτσαρους, τον στρατό του σουλτάνου -ένα στα πέντε αρσενικά παιδιά για κάθε χριστιανική οικογένεια-, παρ' ότι γνώρισε σθεναρή αντίσταση, δεν ήταν  και τόσο τραγικό μέτρο. Τα παιδιά που στρατεύονταν είχαν πρόσβαση στις θέσεις εξουσίας του στρατού αλλά και της διοίκησης της αυτοκρατορίας, και λέγεται ότι οι γονείς ενίοτε δωροδοκούσαν τους στρατολόγους, ανυπομονώντας να τους εμπιστευτούν τα παιδιά τους.

Κοντολογίς, επί οθωμανικής κυριαρχίας δεν υφίσταντο οι συνθήκες που πυροδότησαν το κυνήγι των μαγισσών σε πολλά μέρη της Ευρώπης. Δεν σημειώθηκε επίθεση, κοινωνική και οικονομική, παρόμοια με αυτήν της Ευρώπης, σε πλατιά κομμάτια του πληθυσμού, με αποκορύφωμα τη δίωξη χιλιάδων γυναικών ως μαγισσών. Οι Έλληνες υπέστησαν την κυριαρχία, την εκμετάλλευση, την φτώχεια. Υπέστησαν ποικίλες διακρίσεις σε διάφορες εποχές. Όσο όμως ήταν διασφαλισμένη η συμμόρφωσή τους με το σύστημα φορολόγησης (μέσω της πληρωμής συγκεκριμένων φόρων όπως η τζιζιέ - είδος κεφαλικού φόρου που επιβαλλόταν στους μη μουσουλμάνους και συμβόλιζε την υποτέλεια στην πολιτική εξουσία), ο πληθυσμός έχαιρε σχετικής αυτονομίας. Δεν έγινε καμία προσπάθεια αναμόρφωσης των χαρακτηριστικών του, της συμπεριφοράς του, των σεξουαλικών και οικογενειακών του πρακτικών, των σχέσεών του και των αντιλήψεών του για τον κόσμο.
Στην Ελλάδα της οθωμανικής κυριαρχίας δεν έχουμε την πλήρη αναδόμηση των σχέσεων ανδρών και γυναικών, αναδόμηση που αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της ευρωπαϊκής κοινωνίας του 16ου αιώνα. Η Τουρκοκρατία ήταν ένας κόσμος πατριαρχικός, όχι όμως περισσότερο πατριαρχικός από τον κόσμο των Ελλήνων ή των Εβραίων τους οποίους κυβερνούσε.

Αυτό, ωστόσο, είναι έδαφος που μένει ακόμη να καλυφθεί. Η γραμματεία, τουλάχιστον η αγγλόφωνη, για τη ζωή των Ελληνίδων γυναικών στην οθωμανική αυτοκρατορία είναι πενιχρή. Το σίγουρο είναι ότι η εικόνα της καθυπόταξης των γυναικών κατά την οθωμανική κατοχή ωχριά μπρος στο σκηνικό του ευρωπαϊκού κυνηγιού των μαγισσών, που καταδίκασε εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες σε φρικτό θάνατο και, για τουλάχιστον δύο αιώνες, τρομοκράτησε πολλές παραπάνω.
Ξενόγλωσσος τίτλοςCALIBAN AND THE WITCH. WOMEN, THE BODY AND PRIMITIVE ACCUMULATION
ΕκδότηςΕκδόσεις των Ξένων
Χρονολογία ΈκδοσηςΜάρτιος 2014
Αριθμός σελίδων368
Διαστάσεις24x17
ΜετάφρασηΓΡΑΜΜΕΝΟΥ ΙΡΙΑ, ΓΥΙΟΚΑ ΛΙΑ, ΜΠΙΚΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
ΕπιμέλειαΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΧΑΛΚΙΔΗΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ
Συγγραφέας/Δημιουργός (Ελληνικά)ΦΕΝΤΕΡΙΤΣΙ ΣΙΛΒΙΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μπινελίκια χωρίς λόγο. Ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια, δεν έχουν θέση μέσα στο blog. Ως εκ τούτου. Θα διαγράφονται χωρίς καμία προειδοποίηση.
Για οπαδούς, ψηφοφόρους, μέλη και στελέχη της εγκληματικής συμμορίας των ντόπιων νεοναζί μαχαιροβγαλτών. Δεν χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω. Στα τσακίδια.